Λένε πως οι άντρες ποτέ δεν μεγαλώνουν
Και ότι μένουν πάντα αγόρια στην καρδιά
Λένε πως τα όνειρα που είχαν σαν παιδιά
Μέσα τους κάπου αθώρητα ριζώνουν
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν
Ότι έχουν πάντα κάποιο ανώτερο σκοπό
Και μιαν λαχτάρα για έναν χαμένο θησαυρό
Που τους ωθεί να πολεμούν, να ταξιδεύουν
Μία αυταπόδεικτη, αναλλοίωτη αξία
Αγράμματοι και εγγράμματοι ομού,
Και την ανάγκη ενός καινούργιου πειρασμού
Που νόημα δίνει στη ζωή τους και ουσία
«Οι άντρες έχουν γεννηθεί να κυβερνάνε»
Πιστεύουν κάποιοι, και δεν τους αδικώ
Ίσως αν άντρας είχα γεννηθεί και εγώ
να μην με ένοιαζε που έτσι αυτοί μιλάνε
Εγώ είμαι, βλέπεις, μεγάλη πια γυναίκα
Γεμάτες τρεις δεκαετίες στη σειρά
Και νιώθω μόνο ενοχή και συμφορά
Κάθε που σκέφτομαι τα επόμενα τα δέκα
Μα έρχονται ώρες που έχω αναμνήσεις
Μίας παράξενης και γνώριμης μικρής
Μίας ζωγράφου, εφευρέτριας τρελής,
Που δεν θα σήκωνε ντροπές και αντιρρήσεις
Ένα κορίτσι τόσο ατρόμητο στα αλήθεια
Που αν με έβλεπε να βολοδέρνω εδώ
Σίγουρα θα έψαχνα για πέτρα να κρυφτώ
Και τη μαμά μου θα καλούσα για βοήθεια
Αυτή κι αν είχε λέμε όνειρα σπουδαία
Το πιο φιλόδοξο κορίτσι που έχω δει
Δεν σκέφτηκε ούτε μια φορά να παντρευτεί
Ήθελε μόνο στις περιπέτειες παρέα
Πάντα μιλούσε για την ελευθερία
Ήταν μια λέξη που της άρεσε πολύ
Ξυπόλυτη έπαιζε στην πίσω την αυλή
Και ονειρευότανε να φύγει με τα πλοία
Σχεδόν ανέκαθεν καθόταν να διαβάσει
Για κατορθώματα ανθρώπων και θεών
Εκεί απ’ το χάος των ατυχών συγκυριών
Έβρισκε απάγκιο μέχρι η μπόρα να περάσει
Δεν ξέρω πότε, μα έπαψε να υπάρχει
Αναρωτιέμαι συνεχώς και απορώ
Έχω πια έστω μία ελπίδα να την βρω;
Θα ήθελε μαζί μου να συνάρχει;
Στα αγόρια λέει αρέσει να μαλώνουν
Για αυτό ανεχόμαστε όλα τους τα καπρίτσια
Εγώ όμως θά θελα να μάθω, τα κορίτσια
Αυτά πού πάνε, όταν μεγαλώνουν;