ΠΙΣΩ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ:

ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ

INDEX

Πού πηγαίνουν τα κορίτσια;

Λένε πως οι άντρες ποτέ δεν μεγαλώνουν
Και ότι μένουν πάντα αγόρια στην καρδιά
Λένε πως τα όνειρα που είχαν σαν παιδιά
Μέσα τους κάπου αθώρητα ριζώνουν

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν
Ότι έχουν πάντα κάποιο ανώτερο σκοπό
Και μιαν λαχτάρα για έναν χαμένο θησαυρό
Που τους ωθεί να πολεμούν, να ταξιδεύουν

Μία αυταπόδεικτη, αναλλοίωτη αξία
Αγράμματοι και εγγράμματοι ομού,
Και την ανάγκη ενός καινούργιου πειρασμού
Που νόημα δίνει στη ζωή τους και ουσία

«Οι άντρες έχουν γεννηθεί να κυβερνάνε»
Πιστεύουν κάποιοι, και δεν τους αδικώ
Ίσως αν άντρας είχα γεννηθεί και εγώ
να μην με ένοιαζε που έτσι αυτοί μιλάνε

Εγώ είμαι, βλέπεις, μεγάλη πια γυναίκα
Γεμάτες τρεις δεκαετίες στη σειρά
Και νιώθω μόνο ενοχή και συμφορά
Κάθε που σκέφτομαι τα επόμενα τα δέκα

Μα έρχονται ώρες που έχω αναμνήσεις
Μίας παράξενης και γνώριμης μικρής
Μίας ζωγράφου, εφευρέτριας τρελής,
Που δεν θα σήκωνε ντροπές και αντιρρήσεις

Ένα κορίτσι τόσο ατρόμητο στα αλήθεια
Που αν με έβλεπε να βολοδέρνω εδώ
Σίγουρα θα έψαχνα για πέτρα να κρυφτώ
Και τη μαμά μου θα καλούσα για βοήθεια

Αυτή κι αν είχε λέμε όνειρα σπουδαία
Το πιο φιλόδοξο κορίτσι που έχω δει
Δεν σκέφτηκε ούτε μια φορά να παντρευτεί
Ήθελε μόνο στις περιπέτειες παρέα

Πάντα μιλούσε για την ελευθερία
Ήταν μια λέξη που της άρεσε πολύ
Ξυπόλυτη έπαιζε στην πίσω την αυλή
Και ονειρευότανε να φύγει με τα πλοία

Σχεδόν ανέκαθεν καθόταν να διαβάσει
Για κατορθώματα ανθρώπων και θεών
Εκεί απ’ το χάος των ατυχών συγκυριών
Έβρισκε απάγκιο μέχρι η μπόρα να περάσει

Δεν ξέρω πότε, μα έπαψε να υπάρχει
Αναρωτιέμαι συνεχώς και απορώ
Έχω πια έστω μία ελπίδα να την βρω;
Θα ήθελε μαζί μου να συνάρχει;

Στα αγόρια λέει αρέσει να μαλώνουν
Για αυτό ανεχόμαστε όλα τους τα καπρίτσια
Εγώ όμως θά θελα να μάθω, τα κορίτσια
Αυτά πού πάνε, όταν μεγαλώνουν;

Τα χαϊκού του Παγκρατίου

Μια γυναίκα
Νυσταγμένη ρεμβάζει
Φορά ακουστικά

Λευκός θόρυβος
Να το, έφτασε μόλις
Το λεωφορείο

Η πόλη τρέχει
Φτεροκοπά δυνατά
Ένα σπουργίτι

Το καλοκαίρι
Έτη φωτός μακριά
Με κάθε τρόπο

All you see is yours

"All you see is yours" said the ghost,
"wherever your yearnful eyes are laying their stare
I swear,
it all belongs to you.
I know you cannot touch
All those reds and all thoses purples gathering by the mountaintops
You keep obsessing about the way they just won't
Stay still
They just won't.
About the way they tend to disappear, whenever you try to climb on that mountain.
Right away.
The view will be no more.
And it's so beautiful yet distant it hurts - you say.
But haven't you notice the funny thing about beauty
Being in the eyes of the beholder? "
Pause. Rewind.
"All you see is yours" said the ghost,
"don't be sad. Isn't the taste of the sea the same everywhere?
What did you think those salty little drops
slipping between your lips ever were
But a friendly reminder
of that liquid burden we keep carrying around.
Please remember what happened
the last time you tried to put the ocean into a little botte.
You did so.
Only to realise all you were holding was some water with a bit of salt.
It could never be the ocean.
Not in a little bottle, Sunshine.
Listen. Don't be fooled.
Never let them fool you
All you see is yours.
All you feel is yours.
You can bet on that.
This ocean, its waves and islands and all its fish,
all the boats and all the ships passing by and every seagull resting upon them.
Please enjoy."